Οικουμενικό πατριαρχείο - Ιερός Ναός Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ιερά Αρχιεπισκοπή Κρήτης

 

Φιλανθρωπία Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ένα από τα σοβαρά θέματα που απασχολούν την Ενορία μας και που με πολύ αγάπη..Περισσότερα

Κοινωνικό φροντιστήριο Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Το Κοινωνικό Φροντιστήριο της Ενορίας μας λειτουργεί 4 συνεχή χρόνια και..Περισσότερα

Ιστορικό Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Ήταν μεγάλος ο πόθος των κατοίκων της περιοχής Μπεντεβή Καμάρας και Παλαιού..Περισσότερα

Πρόγραμμα Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή

Πρόγραμμα του Ιερού Ναού Γενήσεως Θεοτόκου Μπεντεβή Ηρακλειου..Περισσότερα

ΜΕΓΑΛΗ ΠΕΜΠΤΗ

Βρισκόμαστε ήδη στο δεύτερο μισό της Μ. Εβδομάδας, στη Μεγάλη Πέμπτη. Είναι η αρχή των Παθών του Χριστού, στη σειρά με τα συνταρακτικά γεγονότα, που θα οδηγήσουν στην κορυφαία ώρα  της σταύρωσης. Η Εκκλησία έχει καθορίσει την ημέρα αυτή να εορτάζονται τέσσερα γεγονότα: ο ιερός Νιπτήρας, ο Μυστικός Δείπνος, η προσευχή στον κήπο της Γεθσημανή και η προδοσία του Χριστού από τον  Ιούδα. Ο Νιπτήρας αναφέρεται στο νίψιμο των ποδιών των μαθητών από το Δάσκαλό τους, μια πράξη που υποδηλώνει την ταπείνωση ως βασικό στοιχείο του ήθους κάθε χριστιανού. Στο Μυστικό Δείπνο ο Χριστός παραδίδει στους μαθητές Του το Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας: ο άρτος και ο οίνος είναι το Σώμα και το Αίμα Του, των οποίων κοινωνώντας οι χριστιανοί ενώνονται με το Χριστό. Στο Μυστήριο της Ευχαριστίας έχει την αναφορά της όλη η ζωή της Εκκλησίας ως σώματος και του κάθε χριστιανού ως προσώπου. Η προσευχή στη Γεθσημανή είναι η ώρα της δοκιμασίας του Χριστού ως ανθρώπου ενώπιον του επερχόμενου σταυρικού θανάτου: ο Χριστός ζητά από τον Θεό και Πατέρα Του να τον απαλλάξει από το πικρό ποτήρι του οδυνηρού θανάτου, χωρίς, ωστόσο, να επιμείνει σ’ αυτό, αφού τελικά υπακούει στο θέλημα Εκείνου που Τον απέστειλε, δηλαδή του ουράνιου Πατέρα Του. Εορτάζουμε, τέλος, την προδοσία του Ιούδα, μια πράξη ενός ανθρώπου που, όπως λένε τα τροπάρια της ημέρας, ήταν αποτέλεσμα της φιλαργυρίας του. Βέβαια, είναι πολύ πιθανή η εκδοχή η πράξη αυτή να είχε πολιτικά κίνητρα. Ο Ιούδας ανήκε στους ζηλωτές-επαναστάτες, που ήθελαν την απελευθέρωση του εβραϊκού λαού από τη ρωμαϊκή κυριαρχία. Πίστεψε ότι ο Χριστός ήταν εκείνος που θα ηγούνταν μιας τέτοιας επανάστασης. Όταν αυτό δεν έγινε, ήλθε η απογοήτευση και η προδοσία. Κοντολογίς, ο Ιούδας δεν κατάλαβε ποτέ την πνευματική διάσταση της διδασκαλίας και του κηρύγματος του Χριστού, δεν μπόρεσε να συνειδητοποιήσει ότι η μόνη επανάσταση που δεν παλιώνει είναι η αλλαγή του τρόπου σκέψης, η μεταμόρφωση του εσωτερικού ανθρώπου, η υπέρβαση του κόσμου που πεθαίνει και η σύνδεση με το αιώνιο φως του Θεού.

Δεν μένω άλλο στα γεγονότα, τα περισσότερα, εξάλλου, γνωστά. Επιλέγω ένα απόσπασμα από το ευαγγελικό ανάγνωσμα που διαβάζεται στην ακολουθία του όρθρου της Μ. Πέμπτης και που έχει διαχρονική αξία, ειδικά στις μέρες που ζούμε. Λέει, λοιπόν, η ευαγγελική αφήγηση ότι κατά την ώρα του Μυστικού Δείπνου, οι μαθητές άρχισαν να συζητούν μεταξύ τους, και μάλιστα φιλονικώντας, για το ποιος από όλους είναι ο ανώτερος. Και ιδού η απάντηση του Χριστού: «Οι βασιλιάδες των λαών καταδυναστεύουν τους λαούς τους και οι δυνάστες τους τιτλοφορούνται ευεργέτες. Εσείς όμως δεν πρέπει να κάνετε το ίδιο, αλλά ο ανώτερος ανάμεσά σας πρέπει να γίνει σαν τον κατώτερο, κι ο αρχηγός σαν τον υπηρέτη. Γιατί, ποιος είναι ανώτερος; Αυτός που κάθεται στο τραπέζι ή αυτός που τον υπηρετεί; Δεν είναι αυτός που κάθεται στο τραπέζι; Εγώ όμως είμαι σαν τον υπηρέτη ανάμεσά σας»(Λουκά 22, 24-27).

Σαν καταδυνάστευση των λαών βλέπει ο Χριστός την τότε εξουσία και τους άρχοντες ως δυνάστες. Βέβαια, ο Χριστός μιλούσε για κυβερνήσεις και εξουσίες μη δημοκρατικές, δηλαδή για βασιλιάδες και αυτοκράτορες, ο οποίοι ασκούσαν την εξουσία τους ανεξέλεγκτοι και είχαν δικαίωμα ζωής και θανάτου πάνω στους υπηκόους τους. Υπ’ αυτή την έννοια η εξουσία ασκούνταν όχι υπέρ του λαού, όχι υπέρ των αρχομένων αλλά υπέρ των αρχόντων. Αντιλαμβανόμαστε ότι ήταν πολύ τολμηρό να έχει κάποιος τέτοιες απόψεις και να μιλάει με τέτοιο τρόπο για εξουσίες αυταρχικές και για αιμοσταγείς άρχοντες. Ο Χριστός όμως αποκαλύπτει τη βία που είναι κρυμμένη στην ίδια τη δομή και την ουσία της εξουσίας, βία που γίνεται μεγαλύτερη όσο η εξουσία είναι αυταρχικότερη.

Είναι, λοιπόν, ο Χριστός ένας αναρχικός; Από μια άποψη θα έλεγε κανείς ότι είναι. Ωστόσο, ο Χριστός σε άλλη περίπτωση, όταν Τον ρώτησαν αν πρέπει να πληρώνουν φόρο στον Καίσαρα, είπε ότι πρέπει να πληρώνουν στον αυτοκράτορα ό, τι του ανήκει και στο Θεό ό, τι ανήκει στο Θεό. Ο Χριστός ξεχωρίζει απόλυτα το βασίλειο του Καίσαρος από το βασίλειο του Πνεύματος, χωρίς να ζητά την κατάλυση του πρώτου με τον τρόπο που θέλουν οι άνθρωποι, δηλαδή με τη βία. Εκείνο που ζητάει από τους ανθρώπους είναι να γνωρίζουν την αληθινή φύση της εξουσίας και να κάμουν την επανάσταση του Πνεύματος, διότι μόνο τότε θα καταλυθεί αληθώς το βασίλειο του Καίσαρος. Η αναρχία του Χριστού είναι η αναρχία της μη βίας, είναι η αναρχία του ανθρώπου του Πνεύματος ο οποίος καταλύει κάθε εξουσία.

Αφού έτσι είναι τα πράγματα, οι μαθητές δεν πρέπει να σκέφτονται και να ενεργούν με τον τρόπο που σκέφτονται οι άλλοι άνθρωποι, οι oποίοι βρίσκονται κάτω από το σκληρό και βαρύ ζυγό των δυναστών τους, που αυτοτιτλοφορούνται μάλιστα ευεργέτες των λαών. Στη θέση της βίαιης και καταπιεστικής εξουσίας ο Χριστός τοποθετεί τη διακονία: όποιος θέλει να είναι  άρχοντας, βασιλιάς, αυτοκράτορας,  κυβερνήτης δεν πρέπει να είναι δυνάστης και εξουσιαστής αλλά διάκονος και υπηρέτης των άλλων. Αυτός που θέλει να είναι πρώτος, θα πρέπει να γίνει σαν τον τελευταίο, αυτός που θέλει να είναι αρχηγός θα πρέπει να είναι υπηρέτης των άλλων. Πόσο παράδοξα ηχεί αυτός ο λόγος, αλλά και πόσο αληθινός είναι!  Όλοι οι κυβερνώντες διατυμπανίζουν ότι η εξουσία τους προέρχεται από το λαό και ασκείται για το λαό. Όμως, πόσο αναληθές είναι αυτό, το δείχνει η ίδια η πραγματικότητα, το δείχνει η ίδια η ιστορία της εξουσίας. Δυστυχώς, η εξουσία έχει τη δύναμη να διαφθείρει τον άνθρωπο, να τον κάνει υποχείριό της με τη δύναμη που του δίδει και με όλα όσα του εξασφαλίζει, και τελικά να γίνεται αυτοσκοπός και να τίθεται στην υπηρεσία της αυθαιρεσίας, της ιδιοτέλειας, της διαφθοράς και της ικανοποίησης των παθών όλων εκείνων που την ασκούν κατά τέτοιο τρόπο.

Η αντίληψη αυτή του Χριστού θέτει υπό ευθεία αμφισβήτηση όλο το πλέγμα των εξουσιών (πολιτική, θρησκευτική, στρατιωτική κλπ.), αφού εξισώνει τον άρχοντα με τον αρχόμενο, ζητώντας από  τον πρώτο να κατέβει στη θέση του δεύτερου και να διακονήσει τις ανάγκες του, να λύσει τα προβλήματά του. Ο Χριστός φαίνεται να θέλει ως άρχοντες  τα πρόσωπα εκείνα που έχουν τη δύναμη όχι να επιβάλλονται βίαια, αλλά να γίνονται αποδεκτοί ως ταπεινοί διάκονοι και υπηρέτες του λαού. Για τούτο και ζητά από αυτούς να κατέλθουν στο επίπεδο των αρχομένων, όχι όμως και το αντίθετο. Γνωρίζει ότι αν οι άρχοντες κυβερνήσουν χωρίς βία και υπηρετήσουν τους αρχομένους, τότε και  οι ίδιοι έχουν μέλλον και  η κοινωνική ειρήνη διασφαλίζεται και οι αρχόμενοι έχουν υποδείγματα γνήσιας κοινωνικής ζωής. Παράδειγμα μιας τέτοιας στάσης είναι ο ίδιος ο Χριστός, που έπλυνε τα πόδια των μαθητών Του, που έζησε ταπεινά και πέθανε στο σταυρό, ενώ ως Θεός θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει την παντοδυναμία Του, όπως ένας αυτοκράτορας που εξοντώνει όποιον υπήκοό του θέλει, όποτε θέλει.

Μια τέτοια, όμως, αντίληψη για την εξουσία και προπάντων η εφαρμογή της είναι πολύ δύσκολη υπόθεση. Γι’ αυτό ο Χριστός θέτει ως προϋπόθεση την εσωτερική αλλαγή του ανθρώπου, πρωτίστως εκείνου που ασκεί ηγετικό ρόλο. Ο ηγέτης οφείλει να έχει υποστεί την «καλή αλλοίωση», να έχει μεταμορφώσει τη ζωή του κατά το παράδειγμα του Χριστού, να είναι έτοιμος για θυσίες και υπερβάσεις. Το ερώτημα είναι: έχουμε σήμερα τέτοιας λογής ηγέτες;

 

Γιάννης Γ. Τσερεβελάκης